σέρυ

το, Ν
άκλ. (τροφ. τεχνολ.) λευκό ενισχυμένο κρασί τής κατηγορίας τών καθαυτό ειδικών κρασιών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. sherry < ισπ. Xeres / Jerez πόλη τής Ισπανίας].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.